Sub Menu

Κείμενα/έργα μελών και Κριτικές (εκτός Αρχείου)

There are 2124 listings and 3753 reviews.

Eίσοδος Μελών

Who's Online

Έχουμε 1309 επισκέπτες συνδεδεμένους

Καλώς ήρθατε

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να υπηρετήσουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας, που έχει δώσει τόσα πολλά στον κόσμο. Επιθυμία μας  είναι να συνεχίσουμε αυτήν την πορεία, με την δικιά σας βοήθεια και συμμετοχή .
Εκτύπωση PDF
RSS
LOGO PAGE ** Διήγημα Για δυο ντουζίνες χελιδόνια
 

Για δυο ντουζίνες χελιδόνια Hot

Για δυο ντουζίνες χελιδόνια

Για δυο ντουζίνες χελιδόνια

- Έλα κοριτσάκι μου, κάρφωσε με το μαχαίρι ένα φτενό κομμάτι νεκταρίνι σαν αφράτο υποκίτρινο μισοφέγγαρο και μπούκωσε την κόρη του, η οποία τσίνησε -τα φρούτα δεν ήταν ποτέ του ρεπερτορίου της- αλλά πάντως το ‘φαγε κι άρπαξε μετά τον αγαπημένο της κόκκινο Carioca Jumbo να γεμίσει με άτσαλες γραμμούλες που μύριζαν κάτι από νέφτι κείνη την άδεια βούλα στ’ αριστερό φτερό της πεταλούδας της, από το βιβλίο «Μαθαίνοντας τα Χρώματα» του προνήπιου. Ο Αργύρης Φατούρος κατέβασε τότε τα γυαλιά πρεσβυωπίας του μέχρι τη μύτη και καλοπρόσεξε τα χεράκια της, τα μουντζουρωμένα μ’ ένα κάρο μικρές και μεγάλες μολυβιές, παρατήρησε ύστερα το μελαχρινό προσωπάκι της που έλαμπε από χαρά, γιατί ρε γαμώτο τα παιδιά να καταχαίρονται με το τοσοδά κι οι μεγάλοι, παρόλο που μπορεί να ‘χουν τόσα, να θέλουν κι άλλα, περισσότερα, για να νιώσουν ευτυχισμένοι; Ίσως, τελικά, σκέφτηκε, το σωστό παράδειγμά μας να βρίσκεται στα παιδιά.

Χασμουρήθηκε, ξεκρέμασε τα γυαλιά απ’ το λαιμό, τα παράτησε στο τζάμι του γραφείου του, τέντωσε την πλάτη του στην καρέκλα και σταύρωσε τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του, ήταν τώρα τρίωρο και βάλε που δούλευε τις μακέτες της Δημητριάδου, νισάφι πια, πελάτισσα – ξεπελάτισσα, ακόμα κι οι πολιτικοί μηχανικοί έχουν κάποτε δικαίωμα στην ξεκούραση. Ιούλιος, έξω καμίνι, μέσα ψυχρούλα του air condition, παραμέσα -στην ψυχή του- φωτιά και λαύρα να λιώνουν σίδερα. Η Δημητριάδου ήταν πρώτη ξαδέλφη του πατέρα του. Ε, και; Έστειλε το παιδί να κάνει παρέα στη γυναίκα του που τύλιγε ρολό κοτόπουλο στην κουζίνα, έκλεισε την πόρτα του δωματίου του, έσβησε τον κλιματισμό, χαμήλωσε το ραδιόφωνο την ώρα που τέλειωνε ο Άμλετ της Σελήνης, άναψε τσιγάρο κι άνοιξε τέρμα τη μπαλκονόπορτα να μπει λίγο αυγουλένιο φως, να σπάσει κείνη η παχιά μουντίλα που μήνες τώρα είχε εγκατασταθεί με όλα της τα κομφόρ στο 3x3 δωματιάκι της μονοκατοικιούλας τους στην Αλκιβιάδου, στο Παγκράτι.

Ξανάπεσε στην καρέκλα του πιο βαριεστημένα από πριν, έξω ήδη μύριζε νυχτολούλουδο, Θεέ μου, τα καλοκαίρια σου, ψέλλισε, έκλεισε μάτια, είχε σιχαθεί τα σκοτάδια του, δίψαγε για χαρά. Χτύπησε το τηλέφωνο. -Ποιος στα κομμάτια;- το σήκωσε ανόρεχτα, μούγκρισε ένα ξερό ναι, έσκισε ένα φύλλο τετραδίου και στην προτελευταία γραμμή σημείωσε ένα νούμερο, -Εβδομήντα τέσσερα. Καλά, θα πάρω το πρωί, είπε και το ‘κλεισε, τίναξε με το δείκτη τη στάχτη του στη στρογγυλή ασημένια ταμπακιέρα και ρέμβασε πάλι έξω, το φως που έλουζε το δωμάτιο είχε αρχίσει να βαραίνει. Μωβ ο ατσαλένιος του πενοστάτης, μωβ η ανακατεμένη χαρτούρα στο γραφείο του, μωβ το τσαλακωμένο ριγέ πουκάμισο στ’ ακροκάγκελο του κρεβατιού, τα γυάλινα πόμολα της ντουλάπας, τα γύψινα στο ταβάνι κι η χιλιοπατημένη μοκέτα που ήθελε επειγόντως καθαριστήριο, μωβ και το ξεχαρβαλωμένο του ηλεκτρικό πιανάκι με την αυτοσχέδια βιβλιοθήκη στη γωνία, το άδειο φλυτζάνι του καφέ, τα ψίχουλα απ’ τα σμυρναίικα κουλουράκια στο πιατάκι κι η εξωτερική λεία επιφάνεια του λάπτοπ, όλα είχαν βαλθεί να πλημμυρίζουν στο χρώμα της βιολέτας αθόρυβα και τόσο γοητευτικά, που στο τέλος, κι ο Αργύρης ο ίδιος έπιασε τον εαυτό του να ‘χει χαθεί μέσα στο καλοκαιρινό θαύμα που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια του. Ρομαντικός στα σαράντα επτά του;

Η Δόμνα μπήκε με φόρα στο δωμάτιο με το παιδί στο χέρι, θα πήγαιναν μέχρι τις κούνιες, το ρολό ήταν έτοιμο για το βράδυ κι αν έφευγε, να μην ξέχναγε το συναγερμό. Ένευσε «ναι», τις χαιρέτισε άκεφα κι όταν άκουσε την πόρτα να βροντάει, έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη. Πήγε στις «Επαφές», Σ, Σωτήρης και δευτερόλεπτα πριν πατήσει το πράσινο κουμπί, το μετάνιωσε. Ο αδελφός του μήπως τον είχε στηρίξει και ποτέ; Κυριακή βράδυ απόψε, εννιά παρά, θα ‘πινε μπύρες σε καμιά παραλιακή με το καινούργιο του αμόρε. Με τον πατέρα τους θα καθόταν ν’ ασχοληθεί ; Όσο για τη μεγάλη, την Ηλέκτρα, είχε κι από’ κει ψωνίσει από σβέρκο. Χρόνια μετανάστρια στη Γαλλία, είχαν να μιλήσουν μήνα και παραπάνω, τι να την έπαιρνε τέτοια ώρα να της πει; Αδελφούλα, ο μπαμπάς πεθαίνει; Et alors ? θα του απαντούσε κι αυτή με το γνωστό ξύλινο ύφος της και θα τον έστελνε αδιάβαστο στα σαρανταφεύγα του, μια χαρά άνθρωπο με γυναίκα και μικρό παιδί. Έκανε; Δεν έκανε.

Μπα. Μόνος του θα τα ‘βγαζε πέρα. Πάτησε το τσιγάρο με το δείκτη στο τασάκι, έκανε ένα γρήγορο ντους, ντύθηκε, πήρε την άσπρη Citroen και σε εφτά λεπτά ακριβώς ήταν στου Κωνσταντινίδη. Τι γλυκά παίρνουνε σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Η μυρουδιά του καμένου βουτύρου τον έκανε να σκεφτεί κάτι σε τούρτα, αλλά έκανε και ζέστη, μη λιώσει μέχρι να πάει. Στύλωσε λίγο το βλέμμα κάτω, μετά ξερόβηξε και ζήτησε απ’ την ξερακιανή κοπέλα με την άσπρη ποδιά να του τυλίξει τρία τέταρτα εργολάβους, safe λύση, χαμένοι μια φορά δε θα πήγαιναν. Πλήρωσε, χαιρέτισε και, εννιά και είκοσι ακριβώς, έκλεινε μ’ κείνο το εκνευριστικό «μπιπ - μπιπ» το αυτοκίνητο και προχωρούσε προς τα μέσα. Η ρεσεψιονίστ του ξενώνα τον σηκώθηκε να τον χαιρετήσει, να του προσφέρει καφέ, κύριε Φατούρε μου τι έκπληξη, τι κάνει η σύζυγος, η κόρη, αηδία του ‘ρθε απ’ την τόση διαχυτικότητα, αυτός μέσα του κάρφωνε ήδη το σταυρό του πατέρα του στο χώμα και τούτη ‘δώ είχε βαλθεί να τον καλοπιάνει με χαμέρπεια μισο-επαγγελματική μισο- προσωπική, εν τω μεταξύ ούτε θυμόταν ποια στον άνεμο ήταν, μπράβο μνημονικό η ρουφιάνα, σκέφτηκε, εφτάμισι χρόνια είχε να πατήσει, δεν την προσλάμβαναν καλύτερα για πράκτορα της CIA να πληρώνεται και καλύτερα ?

-Σε ποιο δωμάτιο;

Όλο του το χιούμορ εξατμίστηκε. Ένας κόμπος ανέβηκε και στάθηκε στο λαιμό του, η καρδιά του άρχισε να καλπάζει ξέφρενα κάτω απ’ το κερασί λινό του πουκάμισο, να μας αφήσετε για λίγο μόνους, παρακάλεσε, και μετά, αργά, τακ, τακ, πήρε να σκίζει με τα βήματά του το στενό διάδρομο του ξενώνα, τακ, τακ και δεξιά-αριστερά έβλεπε κάτι ανθρώπινα λείψανα που ίσα-ίσα άνοιγαν μάτια να δουν από πού ακούγονταν βραδιάτικα αυτές οι κοφτές αντρικές τακουνιές, τακ-τακ και να ‘το, μπροστά του το δωμάτιο 17 με την πράσινη πόρτα, δίκλινο αλλά ο ένας είχε πρόσφατα αποδημήσει εις Κύριον, οπότε για την ώρα φιλοξενούσε έναν, μόνο έναν.

Κι αυτός ο ένας

ήταν ο πατέρας του.

Εκείνος ο πατέρας που είχε κάνει του κόσμου τα λάθη σε βάρος του. Που τον είχε αδικήσει ουκ ολίγες φορές. Άθελά του; Μπορεί. Πάντως όχι στα κρυφά. Κάθε άλλο. Όλο το χωριό ήξερε ότι κυρ-Νίκος ο Φατούρος ξεχώριζε τα παιδιά του. Η αιώνια αδυναμία του ήταν μία, κι άκουγε στο όνομα Ηλέκτρα. Η εκλεκτή της καρδιάς του. Η πριγκίπισσα. Ο αέρας που ανέπνεε. Και παραπίσω, ο Σωτήρης. Ο μεγάλος του γιος. Οι προσδοκίες. Ο υπάκουος γιος, ο θαρραλέος γιος, ο σε όλα ικανός γιος. Τον Αργύρη, τον Αργυράκο με το μόνιμα κατεβασμένο βλέμμα και τη μόνιμα σακατεμένη φωνή, ούτε για φτύσιμο. Για τον κυρ-Νίκο, η φαμίλια σταμάταγε στο δεύτερο παιδί. Δεύτερο γιο δεν είχε, κι αν είχε, η παρουσία του πέρναγε εντελώς απαρατήρητη. Σαν το φάντασμα, ένα πράμα. Καλά που ήταν κι η μάνα. Γιατί όσο να πεις, η μάνα είναι μάνα: το παιδί της θα το περιμαζέψει, θα του δώσει ένα φιλί. Κι έρχεται τώρα εδώ απόψε, ο Αργύρης ο Φατούρος, μια ανάσα πριν τη μέση ηλικία, με κατεβασμένο τ’ ασπρουλιάρικο κεφάλι του στα γόνατα, χωρίς μιλιά, χωρίς κουράγιο, χωρίς καν να είναι σίγουρος γι’ αυτό που πάει να κάνει, να στάζει από πάνω μέχρι κάτω, τα μάτια του να λιώνουν και να χύνονται χάμω σαν υγροποιημένοι χάλυβες, η καρδιά του να καίγεται ολόκληρη από ένα αναθεματισμένο «γιατί;», να κοιτάζει τον πατέρα του στα μάτια, -ποια μάτια; Κάτι μισόκλειστες άδειες κρεατένιες σακουλίτσες ήταν πια, εκείνα που μέσα τους κάποτε φιλοξενούσαν τη φυσιογνωμία από κοτζαμάν προστάτη της οικογενείας- και να μην ξέρει αν πρέπει να λιποθυμήσει, να ουρλιάξει ή να σηκωθεί και να φύγει. Στο κάτω-κάτω, ό,τι υποχρέωση είχε αυτός, είχαν και τ’ άλλα δύο αδέλφια του. Ψέματα;

Όμως, οι καρδιές των ανθρώπων δεν είναι όλες νταμάρι. Είναι και μέλι, είναι και μπαμπάκι: απ’ όλα έχει ο μπαξές στ’ ανθρώπινο συνάφι. Ο Αργύρης λοιπόν, αντί για καρδιά, εκεί, μέσα στο στέρνο του είχε μια μαλαματένια χελιδονοφωλιά. Άδεια φυσικά. Εμ, βέβαια. Τόσα χρόνια στην ψυχή του χειμώνας, να έρθουν τα χελιδόνια να κάνουν τι; Υπήρχαν και πιο εύκρατες καρδιές, να πάνε να γεννήσουν τ’ αυγά τους. Η αλήθεια να λέγεται.

Δε βαριέσαι όμως. Αγάπη δεν είχε έρθει να δώσει στον πατέρα του; Αγάπη θα ‘δινε ! Πόσο απέχει το σφάλμα απ’ τη συγχώρεση; Ένα τσαφ ! κι αμέσως ξαναζεσταίνονται οι παρεξηγημένες καρδούλες. Κι όχι μόνο ξαναζεσταίνονται, αλλά κολλάνε και καλύτερα! Νόμος. Και θ’ άφηνε τον κόσμο να λέει. Κι ας πήγαινε κόντρα στο θυμικό του, που τού πρόσταζε να πάρει εκδίκηση για την πατρική αγάπη που στερήθηκε. Η αγάπη, η πραγματική αγάπη διαλύει καθετί μαυριδερό μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Η πραγματική αγάπη είναι φως, και μπροστά στο φως δε μπορεί να σταθεί ούτε ο θυμός, ούτε η πίκρα, ούτε ακόμα-ακόμα και το δίκιο, τίποτα. Μπροστά στο φως της αγάπης, τα μύρια όσα πάθη και λάθη καταλύονται. Όλα, μέσα κι έξω μας, ξαναγεννιούνται όσες φορές χρειαστεί. Αυτό είναι το μυστικό της αγάπης: μάς ξαναδημιουργεί απ’ την αρχή.

Αυτά σκεφτόταν, απόψε, έντεκα παρά κάτι, στο δωματιάκι του ξενώνα της Πατησίων ο Αργύρης ο Φατούρος και το μάτι του γαρίδα. Τριγύρω, ησυχία απόλυτη. Και μια και δυό, κάνει μία έτσι, γραπώνει στις φούχτες του το μελανό χεράκι του πατέρα του κι αρχινάει να το φιλάει με σέβας. Είδε, μετά, στο βεραμάν ξεβαμμένο τραπεζάκι δίπλα τους, την άθικτη κούτα με τους εργολάβους. Ξετύλιξε τα χρυσόχαρτα, έφαγε, έδωσε και του κυρ-Νίκου να δοκιμάσει αλλά του κάκου. Θα τους άφηνε με την κούτα στη ρεσεψιόν φεύγοντας, αφού θα ‘παιρνε καναδυό για την κόρη του κι έναν για να τον δώσει, για χάζι, σε τίποτα κοτσύφια στην πλατεία του Συντάγματος. Θυμήθηκε, τότε, απ’ το σχολείο τον γκριζομάλλη δάσκαλο που ‘λεγε και ξανάλεγε στην τάξη τους, κάθε πρωτομαγιά, ότι το χελιδόνι είναι πουλί αποδημητικό. Λες; Σκέφτηκε. Μπα. Αποκλείεται. Καταρχάς, ο πατέρας του δεν άκουγε. Μήνες τώρα είχε χάσει επαφή με το περιβάλλον του. Τι είχε να χάσει όμως; Στο κάτω-κάτω, ας πήγαιναν δυο λόγια του χαμένα. «Πατέρα σε συγχώρεσα.» του ‘πε. «Εσύ;» Σιωπή. Και μετά πάλι: «Πατέρα, έχεις γίνει παππούς. Δε στο ‘πα, δε σου μίλαγα τότε. Βλακεία μου. Η εγγόνα σου είναι τεσσάρων. Νίκη τη λένε. Σου μοιάζει λίγο, να , εδώ, στο σαγόνι.» Απελπισία. Κι ύστερα, πήρε ανάσα βαθιά, «Πατέρα, σ’ αγαπώ !» του ‘πε, κι έτσι όπως τέλειωνε τη φράση του φρουπ ! άνοιξε την μαλαματένια φωλιά που ‘χε χρόνια φυλαγμένη μέσ’ από το κερασί λινό του πουκάμισο, κι άφησε να για πρώτη του φορά στα σαράντα επτά του χρόνια να πετάξουν απ’ το παράθυρο στο νυχτερινό στερέωμα δυο ντουζίνες χελιδόνια.

Κριτικές Χρηστών

Average user rating from: 1 user(s)

 

Αξιολόγηση:
 
5.0
 
 

«Πυκνή γραφή», «νοηματική πληρότητα», «εξαιρετική αρχιτεκτονική». Άψογο το Διήγημα σου. Ανεπιφύλακτα Συγχαρητήρια !
Reviewed by Nikos Stylianou
July 11, 2016
Report this review
 
 
 
Powered by jReviews

Κριτικές : Advanced Search

Κατηγορία:     Keywords: