Κείμενα/έργα μελών και Κριτικές (εκτός Αρχείου)

There are 2090 listings and 3739 reviews.

Eίσοδος Μελών

Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by Ελεονόρα
"ΜΠΡΑΒΟ !!!!!"
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by Nikos Stylianou
"Δυνατό !.... ***********************************************************************************..."
Βαθμολογία Χρηστών
 
5.0
Reviewed by logoclub.gr
"Καλωσόρισες Κορίνα στην οικογένεια του logoclub. Χρήσιμη και διδακτική για πολλούς η ανάρτηση σο..."
< >

Κριτικές Κειμένων

Online -χρήστες & επισκέπτες Εξωτερικού

Now 127 guests online

Who's Online

Έχουμε 922 επισκέπτες συνδεδεμένους

Καλώς ήρθατε

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να υπηρετήσουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας, που έχει δώσει τόσα πολλά στον κόσμο. Επιθυμία μας  είναι να συνεχίσουμε αυτήν την πορεία, με την δικιά σας βοήθεια και συμμετοχή .
Εκτύπωση PDF
RSS
LOGO PAGE ** Διήγημα Ζωή α καπέλα
 

Ζωή α καπέλα Hot

Ζωή α καπέλα

Υπάρχουν άνθρωποι που δίνονται σε ό,τι κάνουν.

Που μέσ’ από το τίποτα, ανοίγουν δρόμους.

Τέτοιους ανθρώπους φύλαξέ τους καλά στη σκέψη, στη συνείδησή σου:

μια μέρα, θα ‘σαι περήφανος που σου ‘σφιξαν το χέρι.

Το τραγούδι; Η ζωή της. Τεσσάρων χρονών την έπαιρνε ο πατέρας της στους ώμους καβάλα, να γυρίζουν το χωριό πουλώντας ξερά δαμάσκηνα και τραγουδώντας το Τρελέ Τσιγγάνε. Στα οχτώ, μουρμούριζε τη Γκαρσόνα στο μαγέρικο του Αντώνη του Παπαγιαννίδη και συνέπαιρνε τους νυσταλέους θαμώνες να της πετάνε με τη σέσουλα στην ποδιά γαρούφαλλα και ταληράκια. Στα δώδεκα, άνοιγε το στόμα και σήκωνε το μαχαλά στο πόδι, με μόνιμη θέση στη μπάντα του μεγαλύτερου τεκέ της Θεσσαλονίκης. Το ρεπερτόριο περιελάμβανε απαραιτήτως παραδοσιακά, λαϊκά και ρεμπέτικα όπως Τα Παιδιά Της Γειτονιάς Σου, τη Μισυρλού, τη Μπουρνοβαλιά, το Χαρικλάκι και το Τι σε μέλει εσένανε. Κι ύστερα, σειρά είχαν οι παραγγελιές. Το βιολί, το ούτι, το κανονάκι, το ακορντεόν, τα κουτάλια, ο μπαγλαμάς, το ντέφι, το μπουζούκι κάναν θαύματα. Γιατί έτσι είναι: η μουσική και το πιοτό τον τρελαίνουν τον άνθρωπο, κι εκεί, ανάμεσα στους καπνούς των χασικλήδων και τα ξεθυμασμένα αμάν και γιαλελέλι των αρσενικών κάθε ηλικίας που την έτρωγαν με τα μάτια τους, η Ερατώ χάραξε τα πρώτα της βήματα, πεπεισμένη ότι το μουσικό στερέωμα τής ανήκε ολοκληρωτικά. Αυτά μέχρι τα είκοσι ένα της, που χώρισε τον Αλέκο το Σταμούλη. Καλό παιδί, εργατικό, αλλά ήτανε βλέπεις μπερμπάντης και το κούτελο της Ερατώς δε σήκωνε λαδιές. Ένα πρωί τα βρόντηξε όλα, του άφησε τ’ αποκαΐδια της καρδιάς της σε μια κόλλα χαρτί και κατέβηκε να βρει την τύχη της στην Αθήνα.


Κανενός ο δρόμος δεν είναι στρωμένος ροδοπέταλα. Στην Κοκκινιά, και τη λατζέρισσα έκανε, και τη μανάβισσα, και την πλύστρα, μέχρι και ψυχοκόρη σε καναδυο σπίτια είχε πάει, να την ταΐζουν για να της μένει ο μισθός για τα μαθήματα. Πρώτη της δασκάλα στα φωνητικά, η Πέρσα η Καραδημητρόγλου, γυναίκα μπασμένη, καπάτσα, της δίδαξε πώς να κουμαντάρει όχι μόνο τη φωνή αλλά και το κορμί της: κακά τα ψέματα κοριτσάκι μου, της έλεγε, τραγουδίστρια δε γίνεσαι μόνο με τη φωνή. Τη μύησε στο πώς να σαγηνεύει τους άντρες αποκαλύπτοντας τόσο όσο, κοιτάζοντας και χαμογελώντας λάγνα τη μια και σοβαρά την άλλη, ώστε πάντα να γίνεται παιχνίδι και να ‘χει αέρα το μαγαζί. Της Ερατώς, ευθύς εξαρχής δεν της άρεσαν τα σούξου-μούξου, αλλά αναγκάστηκε να κάνει την πάπια: κάθε δουλειά θέλει τις υποχωρήσεις της. Το πάλεψε. Εφτά χρόνια. Ώσπου ένα πρωί πάνω στον όγδοο χρόνο, έκανε τη δεύτερη μεγάλη ηρωική έξοδο της ζωής της: μάζεψε τα μπογαλάκια της, πήρε ενάμισι μηνιάτικο φρέσκο και στο χέρι, τους χαιρέτισε όλους και βγήκε ξανά στους δρόμους, να κυνηγήσει τ’ όνειρό της απ’ το μηδέν, το τσαγανό ποτέ δεν της έλειψε.


Δεύτερο σπίτι, στο Παγκράτι. Βρήκε δουλειά εργάτρια σε μια φάμπρικα που ‘φτιαχνε υφάσματα, έκανε σερί νυχτέρια και τα μεσημέρια έπαιρνε το λεωφορείο και κατέβαινε μέχρι το Σύνταγμα, σ΄ ένα ωδείο καθωσπρέπει, όχι σαν το προηγούμενο, ήταν άλλος κόσμος εδώ, άλλη νοοτροπία. Οι δάσκαλοι αμέσως την ξεχώρισαν. Όχι πως είχε την ανεπανάληπτη φωνή - κάθε άλλο, και φάλτσαρε και νότες έτρωγε κι όλα - είχε όμως το γνώθι σεαυτόν και ήξερε μέχρι πού φτάνει το τάλαντό της, ώστε να ζυγίζει κάθε της κίνηση και ν’ αποτολμά μόνο ό,τι είχε πιθανότητα να προχωρήσει. «Είχες δίκιο που έφυγες.» θα της έλεγε τρεις μήνες αργότερα ο καθηγητής του πιάνου «Δε σου άξιζε τέτοιος κατήφορος. Εσύ είσαι γεννημένη γι’ άλλα.» και την πήρε απ’ το χέρι να της μάθει το πρίμα βίστα. Στα εννιά χρόνια πάνω, η Ερατώ είχε γίνει μια άλλη, μέσα κι έξω της. Παρουσία λεπτή, φίνα, που ανέδιδε απ’ όλα της τα κύτταρα μια ανωτερότητα βασιλική, δάχτυλα γυμνασμένα που έτρεχαν πάνω στο πιάνο σα να το γνώριζαν από γεννησιμιού τους και μια φωνή κρύσταλλο που συγκινούσε και τα πιο απαιτητικά μουσικά αυτιά. Τραγουδούσε κι από κάτω γινόταν σεισμός. Είχε μάθει πια να ζυμώνει μέσα της κάθε νότα: το Ντο, το Φα, το Μι δεν ήταν κάτι μαύρα σημάδια σαν σκουπιδάκια πάνω στην παρτιτούρα ή πλαστικά αδιάφορα πλήκτρα στο πιάνο του Νικοτιάν: καθένα τους σηματοδοτούσε για ‘κείνη δισεκατομμύρια μικροσκοπικές εκρήξεις, κι ακόμα περισσότερο, ήταν δρόμοι που ανοίγονταν μπροστά της για να τους περπατήσει, να τους φωτογραφήσει και να καλέσει κι άλλους να τους περπατήσουν μαζί: τα πλήθη στις συναυλίες της δεν ήταν άλλο, από πιστοί και ανοιχτόμυαλοι συνοδοιπόροι της. Όσο δε για το στίχο, με τον καιρό έμαθε από πρώτο χέρι ότι άλλο πράμα θα πει «συμπάθεια», άλλο «αγάπη», άλλο «έρωτας», κι άλλο «τρέλα», άλλο θα πει «ξεκίνημα», άλλο «δημιουργία» , άλλο «φύτρωμα» κι άλλο «γέννα», άλλο θα πει «χάσιμο», άλλο «αποστέρηση», άλλο «θάνατος» κι άλλο «σκοτωμός». Κάθε που έπιανε μικρόφωνο, η ψυχή ανέμιζε κάτω απ’ το στέρνο της, ατσαλάκωτη σαν παντιέρα κόκκινη: τα τραγούδια της, πρώτα τα θανάτωνε αργά, γλυκά και ήσυχα, τα πάγωνε, τα ισοπέδωνε, τα διέλυε κι από τις ψηφιδούλες τους ύστερα λίγο-λίγο τα ανάσταινε μέσα της, για να τα φέρει στο φως αυτή μόνο, μυστικά και μ’ όλη την ευθύνη και τη μαγεία που περιλαμβάνει η ανάσταση ενός νοήματος, εκστασιασμένη και με δύναμη τόση, όση μπορεί να έχει μέσα του ένας άνθρωπος που διψάει για ζωή και που ζει μόνο και μόνο για να κάνει την ζωή αυτή, τέχνη και την τέχνη, ζωή. Γιατί, έτσι μόνο κάνεις τέχνη. Απ’ το μηδέν, το τίποτα, το καθόλου προς το απόλυτο όλο, το απόλυτο φως.


Εφτά του Μάρτη απόψε, κι η ψύχρα δεν έλεγε να κοπάσει. Το ‘χε πάρει απόφαση. Αυτή θα ‘ταν η τελευταία της συναυλία. Τριάντα εννιά χρόνια τώρα στα πάλκα: νισάφι πια. Κάποια στιγμή, οι άνθρωποι αποσύρονται απ’ τον επαγγελματικό στίβο και καταγίνονται με το να γυαλίζουν τα ραγισμένα τους καβούκια, χαζεύοντας απ’ το παράθυρο τις ζωές των άλλων. Δεν της καλάρεσε η ιδέα, το να βγεις στη σύνταξη περιλαμβάνει ένα βαθμό περιθωριοποίησης που την ξένιζε, έπρεπε όμως να συμβιβαστεί γιατί ο χρόνος δε σε ρωτάει και δεν ήταν λίγες οι φορές τώρα τελευταία που έβγαινε στη σκηνή και της πόναγαν όλα τα κόκκαλα ή έκανε μόνιμα γρέζι στη φωνή ή ξέχναγε τα γυαλιά πρεσβυωπίας της και δε μπορούσε να διαβάσει την παρτιτούρα στις πρόβες. Στο τρίτο κουδούνι, ένιωσε την καρδιά της να σκάει μέσα στο σώμα της σαν ρόδι ώριμο και το αίμα της να πλημμυρίζει με μιλιούνια κόκκινα κρυσταλλάκια νοσταλγίας, πόνου, θυμού, φόβου, συγκίνησης, έξαψης: η αποψινή συναυλία της ανήκε όσο καμία άλλη της ζωής της. Μέτρησε μέσα της σταθερά, ένα, δύο, τρία κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια προς το κοινό της που την υποδεχόταν μέσα από την ανοιχτή αυλαία του θεάτρου με φιλόξενα χειροκροτήματα και καλοζωγραφισμένα πανό: μ’ ένα χαμόγελο τους καλωσόρισε κι απόψε, μ’ ένα χαμόγελο τους καλωσόριζε πάντα. Ύστερα, άρπαξε τη χιλιογρατσουνισμένη κιθάρα της και βίρα τις άγκυρες: το δρόμο τον ήξερε.


Πριν το τελευταίο τραγούδι, «Απόψε» ξεκινάει να τους πει κι από τα μάτια της τρέχουν Νίγηρες, Δουνάβηδες και Μισσισσιπήδες, «Απόψε, φίλοι μου, είναι η τελευταία μου συναυλία.» Παλαμάκια πάλι, ξανά και ξανά μέχρι να καταπιεί το λυγμό, να πάει παρακάτω. Κι εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε, για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια της, ότι το μυστικό στη ζωή είναι πάντα να προχωράς. Να προχωράς και να προχωράς. «Η τελευταία ΜΑΣ συναυλία ! Πάμε γερά μαζί για το μεγάλο φινάλε !» συνεχίζει αναθαρρυμένη, από κάτω γίνεται χαλασμός Κυρίου, η ανάσα της την καίει, τα μάτια της στάζουν, λιώνουν και υγροποιούνται. Νιώθει άδεια σαν καρυδότσουφλο: τους τα ‘χει δώσει όλα. Τίποτ’ άλλο δεν της μένει πια, παρά η φωνή της. Μ’ αυτήν και με την αγάπη της, τούς συντροφεύει μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.


Ο κόσμος την αποθεώνει.


Την επομένη, νωρίς το πρωί και με τη βαλιτσούλα της ανά χείρας, η Ερατώ περνάει τον έλεγχο αποσκευών του Ελληνικού. Σε λίγα λεπτά θ’ αποχαιρετούσε την Αθήνα. Ο Καναδάς την περιμένει, να ζήσει εκεί μέχρι τα βαθιά της γεράματα μαζί με το μεγάλο της γιο και τη φαμίλια του. Όμορφα χρόνια, καμία σχέση με τα μικράτα της στην Ελλάδα βέβαια, αλλά οπωσδήποτε χωρίς σκοτούρες και σκαμπανεβάσματα, ήσυχα. Στην πατρίδα της δεν ξαναγύρισε ποτέ. Μόνο τα ραδιόφωνα ακόμα σήμερα, βάζουν κανένα τραγούδι της στη χάση και στη φέξη, για να θυμάται ο κόσμος την Ερατώ την Λυγερού, που ξεκίνησε από λατζέρισσα στην Κοκκινιά κι έφτασε να συγκινεί μέχρι και τις πέτρες του Ηρώδειου. Αλλά αυτά είναι μακριά ακόμα. Πολύ μακριά. Κι είναι κακό να βιάζεται κανείς..

- Αχ, γιαγιά Ερατώ, πες μας κι άλλα…

Η γιαγιά γέλασε και φάνηκαν στο μισοσκόταδο δυο σειρές καλοφτιαγμένα δόντια μαζί με κάτι σπιρτόζικα μάτια-σμαράγδια που λάμπαν από αγάπη.

«Κοιμήσου τώρα, κοκόνα μου.» έκανε γλυκά. «Είπαμε: έχουμε καιρό ακόμα. Είναι μακριά η Ελλάδα, τόσο όσο να τη νοσταλγούν όσοι την έζησαν και κοντά τόσο όσο να θέλουν να την αγγίξουν με το δάχτυλο στο χάρτη.» Χάιδεψε τα κεφαλάκια τους, τα σκέπασε και προχώρησε με το « πι » μέχρι την κάσα της πόρτας. Τώρα που το καλοσκεφτόταν, η ζωή της θα μπορούσε να ‘ναι τραγούδι: ένα τραγούδι απλό, ζωηρό, που θα το ‘λεγε ένα βράδυ με χιονιά σε κάποια μπουάτ της μεταπολεμικής Αθήνας, α καπέλα.

Πάτησε το διακόπτη και βγήκε στην αυλή να χαζέψει τ’ αστέρια.

Ίσως αυτή την ώρα, στην άλλη άκρη της υδρογείου, κάποια ψυχή να ξαγρυπνούσε με τα τραγούδια της.

Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη.

Κριτικές Χρηστών

Average user rating from: 2 user(s)

 

Αξιολόγηση:
 
5.0
 
 

Ζωή α καπέλα

Ιωάννα μου, σταμάτησα 5 λεπτά να ξεφύγω από τις διαδικασίες και τις αναφορές που πρέπει να αναθεωρήσω στη δουλειά και διάβαζα το κείμενό σου. Όμορφη η γραφή σου και το το θέμα σου αγωνιστικό, ρωμαλέο, όσο και τρυφερό, ευαίσθητο και αισιόδοξο. Συνέχισε να γράφεις.
Reviewed by Τζένη Καραχάλιου
October 08, 2015
Report this review
 
 

Ζωή α καπέλα

Πολύ καλή η γραφή σου και γενικά η συνολική δομή και η αρχιτεκτονική του έργου σου.
Σου εύχομαι καλή και δημιουργική συνέχεια.
Reviewed by Nikos Stylianou
October 06, 2015
View all my reviews
Report this review
 
 
 
Powered by jReviews

Κριτικές : Advanced Search

Κατηγορία:     Keywords: