Το εργο που θα δουμε μαζι ειναι ενα παιδικο θεατρικο για ατομα απο 6-12 χρονων. Δεν εχει σχεση με τα τρεχοντα πολιτικα δρωμενα. Οι τρεχουσες συνθηκες ειναι τοσο απανθρωπες, εχουν τοσο λιγο σχεση με τον ανθρωπο, που καθε πολιτιστικη παρεμβαση πεφτει στο κενο. Εκει μεσα δεν ειναι τιποτε αλλο παρα κολαση. Το εργο που θα δουμε μαζι αναφερεται στα παιδια κ την αθωοτητα τους. Η μοναδικη ελπιδα να βγουμε απο τον βοθρο που κολυμπαμε ολοι μας ανεμελα. Τα παιδια. Ελατε μαζι μου. Οτιδηποτε αλλο εκτος απο παιδικοτητα ειναι απλα, καπνος, τσιγαρα, ποτο, πλα πλα, ενα ατελειωτο πλα πλα, εκκωφαντικη μουσικη. Αυτο θεωρειται διασκεδαση, ψυχαγωγια. Ελατε μαζι μου στον ανοιχτο ουρανο, εκει που η ζωη πραγματικα παλλλεται αναπνεει κ υπαρχει.
Παιδικο μονοπρακτο εργο, στα πλαισια του διαγωνισμου: μια φορα κ ενα καιρο το φωταεριο.
Το εργο που θα παρακολουθησουμε παιρνουν μερος δυο ηθοποιοι:
ο Αγγελος, ενα παιδακι 10 χρονων που φορα γυαλιά. Αυτο του δινει μια σοφια.
Κ το ρομποτ με ονομα Κρίσης.
Αρχιζει το εργο μιλώντας ενας Αφηγητης:
Αφηγητης:
Τις νυχτες οταν ειχε φεγγαρι, εσβηναν τα φαναρια που ηταν στους δρομους κ που δουλευαν με φωταεριο, για να κανουν οικονομια. Μια τετοια νυχτα ειναι η σημερινη. Εχει φεγγαρι. Ας σβησουμε τα φωτα.
Πανω στην σκηνη υπαρχει ενα τραπεζι. Στο τραπεζι ενα λυχναρι που μολις αρχισει το εργο αναβει. Δυο τρεις σομπες υγραεριου με φλογα αναβουν. Ειναι το φως που θα μας φωτιζει μεχρι το τελος του εργου. Το εργο ειναι μονοπρακτο. Το εργο αρχιζει ως εξης: Σβηνουν ολα τα φωτα κ στην σκηνη αναβει ενα λυχναρι. Ενα παιδακι, ο Αγγελος, μιλα με το λυχναρι:
Αγγελος:
Σε παρακαλω λυχναράκι μου να εχεις καλα τους γονεις μου, να εχουμε φαγητο, ενα σπιτι, να μου δινεις μολύβια κ χαρτι κ βιβλια να διαβαζω. Να εχεις καλα κ τον φιλο μου τον Αμπου. Α! να εχεις καλα κ το γατακι μου.
Μπαινει στη σκηνη ο Κρίσης.
Ειναι ενα ρομποτ, ο Κρίσης, που κλαιγοντας μπαινει στη σκηνη.
Κρισης:
Γεια σου φιλε.
Αγγελος:
Γεια σου κ σενα. Μα γιατι κλαις; Τι φοβερο μπορει να εχει ενα ρομποτ κ κλαιει:
Κρισης:
Γεια σου φιλε μου Αγγελε.
Αγγελος:
Μα πως ξερεις το ονομα μου. Ποτε δεν εχουμε ξανασυναντηθεί. Πως γνωριζεις το ονομα μου;
Κρίσης :
Με λενε Κρίσης.
Κανουν χειραψία κ συνεχιζει:
Κρισης:
Ενα ρομποτ ολα τα γνωριζει. Εδω που ειμαστε, παλιά, ζουσαν εργατες που έπαιρναν το καρβουνο απο την γη, το εφερναν εδω, σε αυτο το ομορφο εργοστασιο, κ το εφτιαχναν αεριο, που με αυτο ζέσταιναν τα σπιτια τους κ αναβαν λαμπες οπως αυτη εδω την λαμπα (δειχνει την φλογα).
Αγγελος:
Πριν ποσα χρονια;
Κρισης:
Πριν πολλα, πολλα, πολλα, πολλα, πολλα, πολλα...
Αγγελος:
Πολλα, πολλα, πολλα χρονια.
Το ρομποτ αρχιζει κ κλαιει.
Αγγελος:
Μα γιατι κλαις; Τι εχεις;
Κρισης:
Κλαιω γιατι. Κλαιω γιατι. Κλαιω γιατι. Α! γιατι κλαιω; Πιασαμε την κουβεντα κ ξεχασα γιατι κλαιω. Γιατι κλαιω;
Αγγελος:
Να σου πω εγω γιατι κλαις. Μηπως δεν εφαγες το φαγητο σου κ σε μαλωσε η μαμα σου;
Κρισης:
Οχι.
Αγγελος:
Μηπως κλαις γιατι δεν εχεις μπαταριες;
Κρισης:
Οχι. Οι δικες μου μπαταριες γεμιζουν απο τον ηλιο, κ αν δεν εχει ηλιο παίρνω ρευμα απο την ΔΕΗ. Κ αν δεν εχω πληρωσει τον λογαριασμο της ΔΕΗ, τοτε παιρνω ρευμα απο τον ανεμο. Αν παλι δεν φυσα, πηγαινω στον μανάβη κ αγοραζω ενα κιλο πατζαρια, κ σπανακια, τα μασαω, κ επειδη εχουν πολυ ενεργεια αναβουν τα καλωδια μου, κ γινομαι παλιν ζωηρος. Μου αρεσουν ολα τα φρουτα, οι σαλατες...
Αγγελος:
Οι κοτουλες, τα αρνακια, τα γουρουνακια, τα μοσχαρακια.
Κρισης:
Οχι δεν τρωω ποτε κρεας. Ειμαι ενας ελεφαντας, ενα ταυρος, που δεν τρωει ποτε κρεας. Ειμαι χορτοφαγος. Ειμαι ενα χορτοφαγικο ρομποτ.
Αρχιζει κ κλαιει.
Αγγελος;
Μα τι εχεις;
Κρισης:
Τι εχω; Τιποτα δεν εχω. Θελω να κλαψω κ κλαιω. Μου αρεσει να κλαιω. Κλαιω για να μου αγορασει παγωτο η μαμα μου. Κλαιω επειδη ειμαι αρρωστος κ δεν θελω να παω σχολειο. Έχω διαγωνισμα κ δεν θελω να παω σχολειο γιατι χθες επαιζα ολη μερα κ δεν διαβασα. Οταν πηγα να διαβασω με πηρε ο υπνος. Το πρωι που ξυπνησα για να παω σχολειο, θυμηθηκα οτι ειχα διαγωνισμα κ αρχισα να κλαιω. Μετα εκανα τον αρρωστο κ η μανα μου με επιασε στο μετωπο, μου εβαλε θερμομετρο.
Σταματησε να μιλα.
Αγγελος:
Συνεχισε. Γιατι σταματησες. Τι εγινε; Σου εβαλε θερμομετρο, κ μετα; Τι εγινε; Μιλα, με εχεις σε αγωνια.
Κρισης:
Μετα η μανα μου πηγε να ανοιξει την πορτα που κτυπουσε συνεχεια. Ηταν η γειτόνισσα μας κ παραπονιόταν οτι μπηκα μεσα στον κηπο της κ της εφαγα ολες τις φραουλες. Η μανα μου αρχισε να λεει οτι ο γιος της δεν κανει ζαβολιες κ η γειτονισσα επεμενε οτι τις εφαγα. Κ η μανα που, οπως ολες οι μαναδες του κοσμου που υποστηριζουν τα παιδια τους, υποστηριζε οτι ημουν καλο παιδι. Μεταξυ μας, ηταν ωραιες οι φραουλες της γειτονισσας.
Αγγελος:
Μετα, τι εγινε μετα;
Κρισης:
Μετα εφυγε η γειτονισσα. Μεχρι να γυρισει η μανα μου πισω, εγω ειχα βαλει το θερμομετρο μεσα στο ζεστο φλιτζάνι με το γαλα μου κ το θερμομετρο ανεβηκε πολυ κ οταν το ειδε η μανα μου φοβηθηκε που ειχα ψηλη θερμοκρασια κ μου ειπε να κατσω σπιτι.
Αγγελος:
Πολυ ωραια ολα αυτα που μου λες, αλλα μην ξεχνας οτι οταν μπηκες εδω μεσα εκλαιγες. Αν ειναι αληθεια οσα λες, τοτε γιατι εκλαιγες οταν μπηκες εδω μεσα;
Κρισης:
Αληθεια, γιατι εκλαιγα; Ξεχασα.
Πανω στην σκηνη υπαρχει ενα πανι που πανω του προβάλλεται ενα παραθυρο. Ακουγεται εν πουλακι που κελαηδά. Εμφανίζεται ενα πουλακι πανω στο παραθυρο.
Πουλι:
Γεια σας παιδια. Να έχετε μια καλη μερα. Καλημερα σας.
Μετα φευγει λεγοντας κ οι δυο καλημερα πηγαινουν στον παραθυρο κ κοιταζουν εξω.
Κρισης:
Ομορφος ο κοσμος που ζουμε. Κοιταξε ποσο ομορφος ειναι! Ποταμακια, θαλασσα, βροχη, χιονια, λουλουδια, δεντρα. Ειναι ολα ομορφα, μονο που...
Κανει μια μικρη παυση κι συνεχιζει να μιλα ο Κρισης.
Κρισης:
μονο που ο ανθρωπος που με εφτιαξε, με νομιζει για εχθρο.
Αγγελος;
Σε νομιζει για εχθρο; Μα εμεις οι δυο κιόλας γιναμε φιλοι.
Πηγαινει κ το φιλα κ τον βαζει στην αγκλαια του.
Αγγελος:
Σε αγαπω.
Κρισης:
Κ γω σε αγαπω, αλλα οι ανθρωποι δεν με αγαπουν γιατι χρησιμοποιούν τα αδελφακια μου για να σκοτωνουν ανθρωπους.
Αγγελος:
Εχεις κ αδελφακια;
Κρισης:
Βεβαια κ εχω. Αδελφακια μου ειναι ολες οι μηχανες που βλεπεις γυρω σου. Αδελφακια μου ειναι τα κομπιουτερ, αδελφακια μου ειναι τα αυτοκινητα, τα ποδηλατα, τα καροτσακια σου. Αδελφακια μου ειναι οι βιδες, ο χαρακας, τα μολυβια, η ξύστρα, τα τετραδια. Αδελφακια μου ειναι ολα οσα εχει κατασκευασει ο ανθρωπος. Τα πιατα που τρως το φαγητο σου, τα ποτηρια, το κουταλι...
Αγγελος:
τα μαχαιροπηρουνα, το χαρτι κουζινας , το χαρτι τουαλετας, τα παπουσια μου, τα κουμπιά μου, τα γυαλια μου, οι καρεκλες.
Κρισης:
Οι πολυθρονες, η τηλεοραση, το χαλι, οι κουκλες, τα αυτοκινητακια, οι νίντζα, τα χελονονιτζακια, η μπάρμπη . Αυτο εδω το εργοστασιο που εκανε φωταεριο κ φωτιζε τα σπιτια μας. Ολα αυτα ειναι αδελφια μου.
Πηγαινει κοντα στο αυτι του Αγγελου κ ψιθυρίζει.
Κρισης:
Οτιδηποτε εχει φτιαξει ο ανθρωπος ειναι αδελφακια μου. Μονο που...
Αγγελος:
Μονο που;
Κρισης:
Μονο που ενω θα μπορουσαμε να ζουμε ολοι ομορφα, με τοσες μηχανες γυρω μας, να δουλευουν οι μηχανες για μας κ μεις να καθομαστε, να διαβαζουμε βιβλια, να τεμπελιαζουμε να κανουμε γυμναστικη,να τρεχουμε ανεμελα στο δασος, στη θαλασσα’ εχει παιδακια που δεν εχουν να φανε, δεν εχουν δουλεια να δουλεψουν οι γονεις τους. Κ το χειροτερο απο ολα: Βαζουν παιδια να δουλεψουν σε εργοστασια. Δεν εχουν παει ποτε σε σχολειο. Μονο σε εργοστασια απο το πρωι μεχρι το βράδυ για ενα κομματι ψωμι. Πιασαμε ομως σοβαρη κουβεντα κ οι σοβαρες κουβεντες ειναι για τους μεγαλους. Οι μεγαλοι να εισαι σιγουρος κανουν παντα το σωστο για ολους μας. Εχουν πολυ μυαλο. Παααρα πολυ μυαλο. Κ να είσαι σιγουρος ολα θα πανε καλα στον κοσμο. Οσο μεγαλωνει ο ανθρωπος γινεται σοφος, μαθαινει απο τα λαθη του.
Ο Κρισης αρχιζει να μιλα φωνακτα:
Κρισης:
ΠΡΟΣΠΑΘΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙς ΤΟ ΙΔΙΟ ΛΑΘΟς ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ. ΜΗΝ ΤΣΑΚΩΝΕΣΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΣΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΗ. ΤΕς ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕς ΦΟΡΕς ΝΑ ΔΙΝΕΙς ΤΑ ΧΕΡΙΑ. ΟΤΙ Κ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ. ΝΑ ΔΙΝΕΙς ΤΑ ΧΕΡΙΑ.
Ο Αγγελος καθησε σκεφτικος για λιγο.
Κρισης:
Τι εχεις; Γιατι μαραθηκες σαν λουλουδι που δεν εχει νερο; Τι επαθες κ το προσωπο σου ειναι σκεφτικο σαν δασκαλος που γραφει στον πινακα αριθμητική; Γιατι επεσε συννεφιά στο προσωπο σου; Θελεις καινουργιες μπαταριες;
Αγγελος:
Να, πως να σου το πω! Τωρα που μιλαγες να αγαπει ο ενας τον αλλο, μου ηλθε στο μυαλο ο φιλος μου ο Νικητας. Τσακωθηκαμε κ δεν του μιλω, κ τωρα θελω να του μιλησω κ να του ζητησω συγνωμη.
Στο θεατρο γινεται απολυτη σιωπη. Ο Αγγελος καθεται σκεφτικος. Παει κοντα του το ρομποτ, ο Κρισης, του παιρνει το χερι κ του λεει:
Κρισης:
Παμε! Παμε να βρουμε τον φιλο σου κ να σφιξουμε τα χερια μας.
Χανονται σιγα σιγα απο την σκηνη. Πανω στο πανί προβάλλεται ενα παραθυρο που πισω του ακουγεται ενα πουλακι που κελαηδα. Εμφανιζεται κ το ιδιο το πουλακι. Αρχιζει κ τραγουδα:
«τσιου τσιου τσιου. Ειμαι ο Μενιος το πουλακι,
οχι τιποτα σπουδαιο: ενα πουλακι, ενα σπουργιτακι που βλεπει τον κοσμο απο ψηλα. Πηγαινω παντου. Ο δικος μου κοσμος δεν εχει συνορα. Τα συνορα μου ειναι ολη η γη. Ετσι ολα τα πουλακια ολου του κοσμου ειναι αδελφια μου.
Μαθαινω ομως οτι εσεις οι ανθρωποι τσακωνεστε συνεχεια. Ειναι ενα λαθος.
Παρτε αυτο το λαθος κ πεταξτε το στα σκουπιδια.
Ειμαι ο Μενιος το πουλακι. Οχι τιποτα σπουδαιο. Ενα πουλακι.
Ολα τα σπουδαια κ ομορφα ειναι τοσο απλα, που δεν διακρινονται με πρωτη ματια. Ετσι μπορει να σκοτωσεις ενα πουλακι με το οπλο σου,
κ πια δεν θα με ξανακουσεις να τραγουδαω.
Ειμαι ο Μενιος το πουλακι, κ ειμαι εδω κ τραγουδαω,
ειμαι εδω κ τραγουδαω.»
Μετά πετά κ φευγει. Διαφορες σκηνες απο παιδακια που παιζουν, γελουν, τρεχουν, κλεινουν το θεατρικο εργο.
Τοτε ορμουν μεσα στη σκηνη ο Αγγελος με το ρομποτ τον Κρίση κ μοιραζουν στα παιδακια διαφορα δωρακια.

