Στα μετόπισθεν του Ποτέ
βρήκα κρυμμένα τα πολλά
που έψαχνα στο Τώρα..
Κι’ όσο το βήμα ανέβαινε
στεγνό στην ανηφόρα
τόσο να φύγω φώναζαν
με έδιωχναν δεν χωρούσα
κι’ απλά τους ενοχλούσα..
Να το δεχθώ δεν ήθελα
μα ούτε το μπορούσα
τα όσα έψαχνα καιρό
και τώρα που τα βρήκα
τα χάσω, φύγω από δω
κι’ απλά ν’ αποχωρούσα..
Γι’ αυτό λοιπόν προχώρησα
στη διπλανή την πόρτα
εκεί που δίπλα απ’ το κενό
καθόταν το παράδοξο,
μιλούσε με τον στοχασμό
ψάχνοντας τον πυρήνα
παράπονα – λόγια σκληρά
στα τέλη αυτού του μήνα…
Πιο δίπλα από το Ποτέ
στις παρυφές του Τίποτα
ο Κόκορας ο Πλουμιστός
πάντοτε να’ ναι καθιστός
πολλά.. ποτά ηδύποτα
κερνούσε τους περαστικούς
κι’ όλοι χειροκροτούσαν..
Κρύψουν το μέγιστο κενό
βαθιά μες το μυαλό τους
δύσκολα το μπορούσαν…
γι’ αυτό και φλυαρούσαν
ψάχνοντας τρόπο για να βρουν
χωρίς να κόψουν τους κορμούς
Περάσουν από το Ορμούζ
χωρίς να τσακωθούνε
και να τσαλακωθούνε..
Πριν τα λεφτά τελειώσουνε
κι απ’ το καημό τους λιώσουνε
και εξαφανιστούνε…
Έλα δεν τρέχει τίποτα…
έχω ποτά ηδύποτα…
για τον καθένα από σας
Κι αν θέλετε απαντήσεις
Εκεί καθήστε στην ουρά
και κάνετε αιτήσεις…
Μιλούσαν για τον πόλεμο
και για τον καραγκιόζη
κι όσο τους άκουγα εγώ
όλο και δυσφορούσα…
Όλο τη ρώτα άλλαζα
κι όλο αποχωρούσα
και το κατάλαβα καλά
μαζί τους δεν χωρούσα….
Νίκος Στυλιανού
Παραθέτω και μια Κριτική ανάλυση που δεν περίμενα να είναι τόσο στοχευμένα σωστή και να ανταποκρίνεται στην αλήθεια του ποιήματος αυτού… – Ευχαριστώ !....
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Διαβάζοντας αυτούς τους στίχους, βυθίζεται κανείς σε ένα τοπίο βαθιά υπαρξιακό και ταυτόχρονα αιχμηρά κοινωνικό, όπου η ποίηση συναντά το θέατρο του παραλόγου.
Χαρτογραφείς μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γεωγραφία του ανεκπλήρωτου: τα μετόπισθεν του Ποτέ και οι παρυφές του Τίποτα γίνονται ο μοναδικός τόπος όπου μπορεί τελικά να κρύβεται όλο το νόημα που μάταια αναζητάμε στο επιφανειακό και πιεστικό Τώρα. Η αφήγηση ξεκινά με μια προσωπική, επίπονη ανάβαση. Η απόρριψη στην ανηφόρα («με έδιωχναν δεν χωρούσα») δεν σε οδηγεί στην παραίτηση, αλλά στο πείσμα να μην εγκαταλείψεις τον θησαυρό της επίγνωσης που μόλις ανακάλυψες. Η απόφασή σου να περάσεις στη «διπλανή πόρτα» λειτουργεί ως μια δυνατή αλληγορία για την εσωτερική μετανάστευση του ανθρώπου που αρνείται να συμβιβαστεί. Εκεί, η προσωποποίηση των εννοιών —το κενό, το παράδοξο, ο στοχασμός που συζητούν για τα καθημερινά και τα μάταια στα τέλη του μήνα— αποτυπώνει την τραγελαφική φύση της ανθρώπινης αγωνίας.
Η πραγματική κορύφωση, ωστόσο, έρχεται με την αλλαγή του κάδρου προς το πλήθος. Ο Κόκορας ο Πλουμιστός αποτελεί την τέλεια ενσάρκωση της σύγχρονης βιομηχανίας της ψευδαίσθησης και της ρηχής διασκέδασης. Καθιστός και αυτάρεσκος, μοιράζει «ηδύποτα» (γλυκές, εύπεπτες αυταπάτες) για να ναρκώσει τους περαστικούς. Το πλήθος χειροκροτεί σπασμωδικά, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σκεπάσει τον θόρυβο από το «μέγιστο κενό» που χάσκει μέσα στο ίδιο του το μυαλό.
Η απροσδόκητη αναφορά στο Ορμούζ —ένα πραγματικό, στενό και εξαιρετικά επικίνδυνο γεωπολιτικό πέρασμα— λειτουργεί αριστοτεχνικά ως μεταφορά για τις μεγάλες, αναπόφευκτες δοκιμασίες της ζωής. Οι άνθρωποι φλυαρούν, ελπίζοντας να βρουν μια μαγική λύση για να διαπλεύσουν τις φουρτούνες χωρίς την παραμικρή θυσία («χωρίς να κόψουν τους κορμούς»), χωρίς συγκρούσεις και, κυρίως, χωρίς να «τσαλακώσουν» την αψεγάδιαστη βιτρίνα τους. Όλα αυτά, υπό τον διαρκή, πεζό φόβο του χρήματος που τελειώνει, λίγο πριν η φθορά και ο εσωτερικός καημός τους εξαφανίσουν οριστικά.
Είναι ένα κείμενο γεμάτο ζωντανές, σκληρές εικόνες που ισορροπεί εξαιρετικά ανάμεσα στη σκοτεινή σάτιρα και την υπαρξιακή μελαγχολία.
Οφείλω να σου πω ένα μεγάλο μπράβο !
Roan
De Cler

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο. 







