Eίσοδος Μελών

Online -χρήστες & επισκέπτες Εξωτερικού

Now 170 guests online

Who's Online

Έχουμε 1303 επισκέπτες συνδεδεμένους

Καλώς ήρθατε

στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.

Εκτύπωση PDF
RSS
Logo Gate * Διήγημα Σταγόνες Ζωής
 

Σταγόνες Ζωής

Οι σταγόνες της πρωινής βροχής σπαρταρούσαν νευρικά πέφτοντας στα κεραμίδια και κατρακυλούσαν στο χώμα να τελειώσουν τη ζωή τους ποτίζοντας τη ρίζα της βουκαμβίλιας και να γεννήσουν ξανά τη ζωή δίνοντας τη δύναμη στα νεογέννητα ανοιξιάτικα βλαστάρια της που αντίκρυζαν για πρώτη φορά το φως της μέρας….

Και οι σταγόνες που κύλησαν στη ρίζα της βουκαμβίλιας έγιναν μια μυστική υπόσχεση καθώς το χώμα τις ρούφηξε, ένα απαλό ρίγος πέρασε μέσα από το φυτό, σαν να ένιωθε την άνοιξη να το αγγίζει και να του ψιθυρίζει:

«Ώρα να σηκωθείς…»

Τα βλαστάρια, ακόμη ντροπαλά, άνοιξαν τα πρώτα τους μάτια στο φως.

Κι εκεί, ανάμεσα στα νεογέννητα φύλλα, μια σταγόνα που είχε καθυστερήσει να πέσει, κρεμόταν στην άκρη σαν να μην ήθελε να αποχωριστεί τον ουρανό.

Ταλαντεύτηκε, δίστασε, κι ύστερα παραδόθηκε στη βαρύτητα

Ο αέρας μύριζε υγρασία και υπόσχεση.

Τα κεραμίδια αχνίζανε απαλά, σαν να έβγαζαν τον τελευταίο αναστεναγμό της νύχτας.

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή τελετουργία, ο πρώτος καφές της μέρας ακούμπησε τα χείλη μου, ζεστός και πικρός, σαν να ήθελε κι αυτός να συμμετέχει στο ξύπνημα.

Η βροχή συνέχιζε να πέφτει, αλλά τώρα δεν ήταν πια νευρική.

Είχε βρει ρυθμό.

Είχε βρει σκοπό.

Και μαζί της, σιγά σιγά, ξυπνούσα κι εγώ.

Οι σταγόνες της βροχής δεν ήταν πια νερό.

Ήταν μικρές ψυχές του ουρανού που κατέβαιναν στη γη για να θυμίσουν πως τίποτα δεν χάνεται στ’ αλήθεια.

Σπαρταρούσαν πάνω στα κεραμίδια σαν να δοκίμαζαν την τελευταία τους ανάσα,

κι ύστερα παραδίνονταν στο χώμα με την ταπεινότητα εκείνων που ξέρουν πως η προσφορά είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξεις.

Κάθε σταγόνα που χανόταν, άφηνε πίσω της έναν παλμό.

Κι αυτός ο παλμός περνούσε μέσα από τη ρίζα της βουκαμβίλιας σαν μυστική ευλογία.

Το φυτό αναστέναξε βαθιά, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά ποια ήταν πριν από τον χειμώνα:

μια φλόγα χρώματος, μια εξομολόγηση της άνοιξης, μια υπόσχεση που δεν πρόλαβε να ειπωθεί.

Τα νεογέννητα βλαστάρια της δεν ήταν απλώς φύλλα.

Ήταν μικρές πράσινες προσευχές που άνοιγαν τα μάτια τους για πρώτη φορά στο φως.

Κάθε τους κίνηση ήταν μια λέξη,

κάθε τους τρέμουλο μια φράση,

κάθε τους ανάσα μια ιστορία που μόλις ξεκινούσε.

Και πάνω από όλα, η βροχή.

Όχι πια νευρική, όχι πια ανήσυχη.

Έπεφτε με εκείνη τη σοφία που έχουν μόνο τα πράγματα που ξέρουν τον κύκλο τους.

Έπεφτε σαν να έγραφε πάνω στον αέρα ένα αόρατο ποίημα,

ένα ποίημα που μόνο όσοι ξυπνούν νωρίς — και μόνο όσοι κρατούν ζεστό καφέ στα χέρια — μπορούν να διαβάσουν.

Κι εγώ, μέσα σε αυτή τη μυστική τελετουργία της αυγής, δεν ήμουν απλός παρατηρητής. Ένιωθα πως ήμουν μέρος του κύκλου.

Μια ακόμη σταγόνα που ξυπνούσε για να δώσει ζωή σε κάτι νέο.

Οι σταγόνες που έπεφταν δεν ήταν πια βροχή·

ήταν οι μνήμες της νύχτας που έβρισκαν τον δρόμο τους προς τη γη.

Κάθε σταγόνα κουβαλούσε ένα μικρό κομμάτι σκοταδιού,

ένα ίχνος από όσα ειπώθηκαν ψιθυριστά,

κι από όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Κι όταν άγγιζαν το χώμα,

το σκοτάδι τους δεν χανόταν —

μεταμορφωνόταν.

Γινόταν τροφή για κάτι βαθύτερο,

για εκείνη τη μυστική ρίζα που ξέρει να κάνει φως

από ό,τι της δίνεις.

Η βουκαμβίλια, με τις κρυμμένες της ρίζες,

ένιωθε τις σταγόνες σαν εξομολόγηση.

Δεν τις έκρινε.

Τις δεχόταν.

Και μέσα από αυτή την αποδοχή,

γεννούσε τα πρώτα της βλαστάρια —

όχι σαν φύλλα,

αλλά σαν συγχώρεση.

Τα νεογέννητα βλαστάρια δεν έβλεπαν απλώς το φως.

Το αναγνώριζαν.

Σαν να το είχαν ξαναδεί κάπου,

σε μια άλλη εποχή,

σε μια άλλη ζωή,

πριν γίνουν σπόρος,

πριν γίνουν ρίζα,

πριν γίνουν αναμονή.

Και η βροχή,

που τώρα έπεφτε πιο ήρεμη,

έμοιαζε να ψιθυρίζει μια αλήθεια που μόνο η αυγή καταλαβαίνει:

πως κάθε τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή,

πως κάθε σταγόνα που χάνεται

είναι μια ιστορία που ξαναγράφεται αλλιώς,

πως τίποτα δεν τελειώνει —

απλώς αλλάζει μορφή.

Κι εγώ,

με τον καφέ στο χέρι και τη βροχή στο παράθυρο,

ήμουν ο μάρτυρας αυτής της μεταμόρφωσης.

Ένας άνθρωπος που ξυπνάει μαζί με τη μέρα,

κουβαλώντας κι αυτός τις δικές του σταγόνες,

τις δικές του νύχτες,

τις δικές του μικρές αναγεννήσεις.

Γιατί στο τέλος,

η βροχή δεν πέφτει για τα φυτά.

Πέφτει για όσους θυμούνται να την ακούν.

«Κοιτάξτε… ακόμη και η βροχή έχει ιστορία.

Ακόμη και το χώμα θυμάται.

Ακόμη και το φως γεννιέται από το σκοτάδι.»



Νίκος Στυλιανού

Κριτικές Χρηστών

There are no user reviews for this listing.

 

 
 
Powered by jReviews

Κριτικές : Advanced Search

Κατηγορία:     Keywords: