Όταν ο πόνος μούδιασε στα κυπαρίσσια
ακίνητος – τραυματισμένος,
παραδομένος από την Δύναμη
και την Καρτερία,
ένιωσα τα πέπλα της χαράς να μ’ αγγίζουν.
Κατάλαβα τα σύνορα της Αρετής,
όταν μίλησα για τελευταία φορά
απαγγέλλοντας τον Όμηρο
με μία μόνο λέξη.
Προσκύνησα το αναλόγιο της ζωής,
όταν τα τόσα χέρια γύρω μου
ζητούσαν τα δικά μου,
κι’ εγώ τους έδωσα ψωμί
και το παγούρι μου.
Ανέβηκα στο κάστρο της ευτυχίας,
όταν εξήγησα στους Βοριάδες
πώς να φυσούν
μη κάνοντας κακό στους ανθρώπους.
Όταν με φτάσαν οι πίκρες,
χορεύοντας προκλητικά
κι’ εγώ δεν αρνήθηκα να πιω το δηλητήριο.
Όταν τα’ αγκάθια έμειναν μόνα τους
το Φθινόπωρο στα κλωνάρια
και με περίμεναν κοιτώντας
τα χέρια μου.
Όταν η αράχνη αφήνοντας την παγίδα
εγκατέλειψε τον ιστό της,
περιμένοντας τα βήματα μου.
Ύψωσα την σημαία της λύπης,
όταν οι μηχανές ξεκίνησαν
να ξεριζώνουν τους δρόμους
και να γεμίζουν με ρυτίδες
τα μονοπάτια που ζούσα.
Τότε κατηφόρισα στο πηγάδι
που’ ταν γεμάτο πίκρα,
για να ρίξω τον αγιασμό της Κυριακής,
πριν το κοπάδι έρθει
για να ξεδιψάσει.
Κατάλαβα το νόημα
πούχε το κουκουνάρι,
όταν οι σπόροι του
γιόρτασαν την Άνοιξη
μαζί με την Ανάσταση
γεμίζοντας χαμόγελα το δάσος.
Ένιωσα το χάδι,
όταν ο άνεμος κατέβηκε
στα χαμηλά,
σπρώχνοντας τα αρώματα
των λουλουδιών
να με αγγίξουν.
Πόνεσα όταν αντίκρισα
το άδειο κέλυφος
και τη ζωή φευγάτη.
Και γέλασα που τώρα πια,
και κάστρο είμαι
και ιστός
και φάρος
και ιδέα
και κατοικώ ίδια σπηλιά
μ’ αυτή του Προμηθέα.
Και βρέχομαι από γιαλούς
και νύφες τις παντρεύω
και τους ανέμους τους κρατώ
κι’ ότι ποθώ γυρεύω.
Κι’ αν θέλω λίγη σιωπή
τις μνήμες μου Αγναντεύω.
Νίκος Στυλιανού







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.







