τες ημερες εκεινες ο θεος, εμαζεψε γυρω του, σε ενα τραπεζι, τες φυλές του. Ηθελε να τους ξαναυπενθυμισει οτι ολοι ηταν γιοι κ κορες κ παιδια του. Οι ανθρωποι ειχαν σιγα σιγα,
με τους αιωνες, ειχαν ξεχασει οτι ηταν ολοι αδελφια.
Ο ενας επηγεν στην ανατολη, ο άλλος στη δυση, ο άλλος βορρά κ στον νοτο. Ειχαν παει στα τεσσερα σημεια του οριζοντα,
ομως επειδη η γη ειναι στρογγυλή ξανασυναντηθηκαν στον ιδιο τοπο που ξεκινησαν.
Στην πραγματικοτητα ο θεος δεν ειχε καλεσει μυστικο δειπνο,
ο θεος βρεθηκε αναμεσα τους τυχαια,
ή σχεδον τυχαια. Στην πραγματικοτητα, οι ανθρωποι, ξανααισθάνθηκαν την αναγκη να τα ξαναπουν, κ ετσι ειχαν συνεστίαση. Ελεγεν ο καθενας τα δικα του: εγω εκανα αυτό κ κεινο. Τα γνωστα που συμβαινουν γυρω μας κ σε ολους. Ολοι οι ανθρωποι ειναι ιδιοι μεταξυ τους,
ομως καπου το ειχαν ξεχασει αυτό, κ νομιζαν τους εαυτους τους ξεχωριστους. Ομως ολοι μας ειμαστε το ιδιο. Μεσα σε μια οικογενεια υπαρχουν διαφορα προσωπα, γιοί, κορες, παιδια, υπαρχουν κ οι συγγενεις, κ οι συγγενεις των συγγενων, κ το νημα ξετυλιγεται μεχρι πολύ μακρια, γενεες γενεων,
ομως ολοι μας ειμαστε απο το ιδιο υλικο, το ανθρωπινο. Ειναι το γενος μας.
Ο θεος βρεθηκε αναμεσα τους σχεδον τυχαια. Οταν οι ανθρωποι μαζευονται γυρω γυρω ,
κ κοιταζονται στα μάτια, κ δεν θελει ο ένας να το παιξει πιο σπουδαιος απο τον άλλο, όταν ολοι εχουν την αναγκη να βοηθά ο ένας τον άλλο, όταν ολοι νιωθουν την αναγκη του άλλου, κ δεν τον θεωρουν εχθρο αλλά φιλο, συνοδοιπορο, συνανθρωπο. Οταν λοιπον στο τραπεζι που τρωμε ολοι μας, υπαρχει η λεξη συνανθρωπος,
κ όλα περιστρεφονται γυρω απο αυτη την λεξη,
κ όταν αυτη η λεξη παιρνει οντοτητα- δεν ειναι μοναχα μια λεξη-
τότες αναμεσα στους ανθρωπους βρισκεται ο θεος.
Ετσι ειναι,
είναι σαν μια προσκληση: Ελα στο τραπεζι μας!
κ αυτος δεν εχει άλλη επιλογη. Δεν καθεται να σκεφτει ότι εχει διαφορες δουλειές,
δεν προσπαθει να βρει δικαιολογιες.
παίρνει απλα τα δισάκι του κ ερχεται αναμεσα μας. Αποδεχεται την προσκληση.
Κ μεις δεν του κανουμε τεμεναδες: κ εισαι μεγαλος,
κ δεν τον προσκυνουμε σαν ζητιανοι που ζητουν κατι από αυτον. Δεν του ζητουν τιποτα,
γιατι γνωριζουν πολύ καλα, ολοι οι ανθρωποι, πως μας εδωσεν αρκετα, υπεραρκετα για να πορευτουμε σε αυτον τον κοσμο σαν όπως αξιζει στον ανθρωπο.
Ετσι,
καλωσορίσαμε τον θεο στο τραπεζι μας, περηφανοι που αρχισαμε να βρισκουμε τον δρομο μας, σαν αξια τεκνα του.
Εμοιρασεν τοτε τον αρτον κ το κρασι σε ολους κ ειπεν οτι αυτά ειναι το σωμα κ το αιμα μου. κ ητο ολη η ανθρωποτητα αδελφωμένοι.







στον Ιστοχώρο του Λογοτεχνικού Club,που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που αγαπούν την λογοτεχνία και επιθυμούν να προβάλλουν αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας σε όλον τον κόσμο.







